Δευτέρα 3 Μαρτίου 2014

Το Μπακλαχωράνι- Baklahorani



 Οι μασκαρωμένοι ταταυλιανοί σε καρτποστάλ από τις αρχές του 20ου αιώνα (αρχείο Αγίου Δημητρίου Ταταούλων)


Από το 2ο μισό του 19ου αιώνα μέχρι και τη δεκαετία του 1930, το Καρναβάλι των Ρωμιών της Πόλης, γνωστό και ως Μπακλαχωράνι, αποτέλεσε μια από τις πιο ιδιαίτερες και εντυπωσιακές παραδόσεις των ορθοδόξων κατοίκων της. Σε σύμπνοια με τα αντίστοιχα, πανάρχαια έθιμα του ελλαδικού χώρου το Πολίτικο καρναβάλι περιστρεφόταν γύρω από το μασκάρεμα, κυρίως δε την ετεροφυλενδυσία, το «πιπεράτο» χιούμορ, την έμμεση κοινωνική κριτική, την έντονη οινοποσία, το χορό και το γλέντι. Σε αντίθεση όμως με τις ελλαδικές εκδοχές του το Πολίτικο Καρναβάλι ξεκινούσε, αντί να καταλήγει, από την Καθαρά Δευτέρα, δηλαδή την πρώτη μέρα της Μ. Σαρακοστής, η οποία και ήταν και το καθε’αυτώ Μπακλαχωράνι, και συνεχιζόταν όλο το πρώτο δεκαπενθήμερο της Σαρακοστής.
 


Δύο συγκεκριμένα έθιμα αποτελούσαν τη βάση της Ταταυλιανής Αποκριάς. Το πρώτο ήταν οι λεγόμενες βεγγέρες, δηλαδή οι νυχτερινές επισκέψεις των καρναβαλιστών σε φιλικά σπίτια. Οι οικοδεσπότες υποδέχονταν τους επισκέπτες με κεράσματα, ανταλλάσσονταν τολμηρά αστεία και πειράγματα, με βασική πηγή γέλιου την προσπάθεια εξακρίβωσης της ταυτότητας του κάθε μασκαρά. Το δεύτερο ήταν η μαζική πομπή των καρναβαλιστών την ημέρα της Καθαράς Δευτέρας. Σύμφωνα με τον Λεβαντίνο μάρτυρα Bertrand Bareilles, Ρωμιοί από όλη την περιφέρεια της Πόλης μαζεύονταν στην Μεγάλη Οδό του Πέρα, σημείο εκκίνησης της παρέλασης. Οι μασκαράδες, ντυμένοι καρνάβαλοι, κλόουν, αρχαίοι Έλληνες, αρβανίτες φουστανελάδες ή και ζεϊμπέκηδες κ.α. και εξοπλισμένοι με σερπαντίνες και με τη συνοδείας μουσικής κατηφόριζαν την πλαγιά του Ταρλάμπασι, μέσω της Kalyoncu Kulluğu μέχρι το Papaz Köprüsü. Η παρέλαση γινόταν «μπουλούκια-μπουλούκια», δηλαδή «σε άρματα» όπως θα έλεγε ένας σύγχρονος καρναβαλιστής. Οργανωμένο ανά μαχαλά το κάθε ένα από αυτά τα άρματα αποτελούσε μία ξεχωριστή θεματική ενότητα αλλά και ένα συγκεκριμένο δρώμενο: «οι γιατροί» «ξεγεννούσαν» άνδρες μασκαρεμένους σε λεχώνες στη μέση του δρόμου. Στην «κηδεία» οι καρναβαλιστές ντυμένοι στα μαύρα κουβαλούσαν με επιτηδευμένη κατάνυξη και θλίψη ένα φέρετρο από το οποίο ξεπεταγόταν «ο νεκρός» και εξαπέλυε χωρατά και γκριμάτσες προς το πλήθος. Από το Papaz  Köprüsü η παρέλαση διέσχιζε το ρέμα του Dolapdere, και από την μεγάλη ανηφόρα των Ταταούλων (Ακάρτζα) κατέληγαν στην κεντρική πλατεία (σημερινό Son Durak), μπροστά στο νεκροταφείο του Αγίου Ελευθερίου και την εκκλησία του Αγίου Δημητρίου. Εκεί τους περίμεναν μικροπωλητές, πλανόδιοι μουσικοί, φωτογράφοι λατερνατζήδες, μίμοι και ακρoβάτες, οι περίφημοι Ταταυλιανοί τουλουμπατζήδες -δηλαδή ερασιτέχνες πυροσβέστες- καθώς και αθλητές του Α.Σ. Ταταούλων οι οποίοι προέβαιναν σε γυμναστικές και χορευτικές επιδείξεις. Οι λεγόμενες Αμαζόνες αποτελούσαν αναπόσπαστο κομμάτι της ξέφρενης αυτής πομπής. Αυτές δεν ήταν άλλες από τις εγχώριες ιερόδουλες που συμμετείχαν έφιππες και ομοιόμορφα ντυμένες με βελούδινα κουστούμια στην τελετουργική πομπή.


1930, Πορεία μασκαράδων από το Πέρα προς τα Ταταύλα
(αρχείο Χουσεΐν Ιρμάκ)

Η έλευση των Αμαζόνων σηματοδοτούσε και μία «αλλαγή φρουράς» ηλικιακά αλλά και ταξικά. Αργά το βράδυ οι καθώς πρέπει οικογένειες έκλειναν τα παντζούρια των σπιτιών τους ενώ τα παιδιά με τους ουτσουρμάδες τους (χαρταετούς) έδιναν τη θέση τους σε κάθε λογής λαϊκούς γλεντζέδες και καπανταήδες. Σύμφωνα με τον παλιό Ταταυλιανό Αλέξανδρο Kορωνιό, το γλέντι συνεχιζόταν μέχρι τις πρωινές ώρες στα φημισμένα υπαίθρια ταβερνάκια και μπυρ  αρίες των Ταταούλων, όπως το Αραράτ, το Ακροπόλ, τα μαγαζιά της Δέσποινας, του Μπόγου και της Μπιζού. Επρόκειτο για μικρούς κήπους με άσπρα τραπεζάκια και περιφραγμένους με ξύλινους φράχτες. Εκεί οι καρναβαλιστές γλεντούσαν με μπύρα ή ρακί και νηστίσιμους μεζέδες, όπως η φάβα από ξερά κουκιά, ή τουρκιστί «μπακλά», (εξού και ο όρος Μπακλαχωράνι κατά μία εκδοχή) φρέσκα κρεμμυδάκια, κάρδαμο, ρόκα, στρείδια, χτένια, αυγοτάραχο και ταραμά, φασολάκια πλακί, πιπεριές ντολμάδες και διάφορα τουρσιά, όλα σερβιρισμένα σε μικρά πιατάκια του μεζέ.

Το Ταταυλιανό Μπακλαχωράνι είδε μεγάλες δόξες την πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα. Το έθιμο ατόνησε αισθητά μετά τη μεγάλη φωτιά του 1928, η οποία αλλοίωσε ολοκληρωτικά την τοπογραφία και τον κοινωνικό χαρακτήρα των Ταταούλων, ενώ το 1941 η τοπική αστυνομία απαγόρευσε την παρέλαση προφασιζόμενη λόγους δημόσιας ασφαλείας.


Χάρης Ρήγας


 http://www.tatavla.org/

Το Μπακλαχωράνι αναβίωσε το 2009 και συνεχίζει...

Η αφίσα για το φετεινό Μπακλαχωράνι



 

2 σχόλια:

  1. καλησπέρα Δημήτρη καλή Σαρακοστή και του
    χρόνου με υγεία.
    Συγχαρητήρια ξανά..και ξανά
    Παύλος & Μαριέτα

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ευχαριστώ πολύ για τα καλά σας λόγια. Να΄στε καλά. Καλή Σαρακοστή

    ΑπάντησηΔιαγραφή