Κυριακή 14 Οκτωβρίου 2018

1956. Χηλή-Şile




Ευρήματα ανασκαφών στο Çatalçeşme Sk.στα 1929




Το Çatalçeşme Sk.βρίσκεται στο Alemdar Mahallesi, στα πέριξ της βασιλικής κινστέρνας. Οι φωτογραφίες είναι των W. Sender, David Talbot Rice/ Archive, Barber Institute, BirminghamUniversity.


Η Προβολή Των Ρωμιών Αρχιτεκτόνων στα Ελληνόφωνα έντυπα της Κωνσταντινούπολης (Τέλος 19ου - Αρχές 20ου Αιώνα) VΙ




του Σάββα Ε. Τσιλένη,
Δρ. αρχιτέκτονα-πολεοδόμου ΕΙΕ


Χαρακτηριστική είναι η περιγραφή των εργασιών που εκτελούνται εκείνη τη εποχή στον ημερήσιο τύπο της Πόλης, γράφει ο Ταχυδρόμος: «Σπουδαίως εξωραΐσθη και το δεύτερον πάτωμα των Πατριαρχείων. Η αίθουσα των Πατριαρχών τουτ’ αυτό ανεκαινίσθη, αποκτήσασα καλλιτεχνικώτατα επεξειργασθείσαν οροφήν βυζαντινού ρυθμού. Επίσης και το ιδιαίτερον γραφείον της Α. Θ. Παναγιότητος διεσκευάσθη εις κομψόν ρύθμον Λουδοβίκου ΙΣΤ΄».[1]
Η εκλεκτικιστική διάθεση κυριαρχεί και στην εσωτερική διακόσμηση του πατριαρχικού οίκου, το βασικό ζητούμενο ήταν το αποτέλεσμα ν’ «ανταποκριθή καθ’ ολοκληρίαν προς το γόητρον,  όπερ το όνομα Ιωακείμ Γ΄ και η πατριαρχεία αυτού ασκεί επί πάντων μεν, ιδία δε των συντεχνιών» για να βοηθούν τη Μητέρα Εκκλησία. Η συνέχεια του παραθέματος συγκεκριμενοποιεί σε ποιους απευθύνεται, «εις την συντεχνίαν των κερεστετζίδων (ξυλέμπορων) ανοίγεται ευρύ στάδιον, ουδεμίαν δε έχομεν αμφιβολίαν ότι αύτη και πάσαι αι άλλαι θα συμβάλωσι γενναίως εις έργον προωρισμένον να υπηρετήση την εκκλησιαστικήν και εθνικήν ημών αξιοπρέπειαν, να λαμπρύνη την δευτέραν πατριαρχείαν Ιωακείμ του Γ΄ και να διευκολύνη την κανονικήν των διαφόρων εν τοις Πατριαρχείοις υπηρεσιών διεξαγωγήν».
Εδώ τελειώνει προσωρινά η διερεύνηση κυρίως του πατριαρχικού περιοδικού διότι τα πράγματα αλλάζουν με την πτώση του Χαμίτ Β΄ και συνακόλουθα τον θάνατο του πατριάρχου. Οι αναφορές στα ονόματα των αρχιτεκτόνων αραιώνουν καθότι ελάχιστα κτήρια δημόσιου χαρακτήρα κτίζονται την περίοδο μετά το 1909. Μελλοντικά θα έπρεπε να ελεγχθεί όλος ο ημερήσιος και περιοδικός τύπος αλλά αυτό το εγχείρημα ξεπερνά τα χρονικά και οικονομικά δεδομένα της παρούσας συγγραφής και αποτελεί ένα νέο ερευνητικό πρόγραμμα.  

[1] ΕΑ, τόμ. 25ος (1901), έτ. ΚΑ΄, τ. 44, 438. 
 
 
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
[Ανώνυμο] (1904), Ζάππειον Εθνικόν Παρθεναγωγείον, Α΄ Εικοσιπενταετηρίς 1875-1900, Β΄ Επετηρίδες 1900-1903, Τύποις Αδελφών Γεράρδων, Εν Κωνσταντινουπόλει.
Αιμιλιανός [Τσακόπουλος] (1930), Επισκόπος Μιλήτου, Ιστορικόν υπόμνημα επί τη πεντηκονταετηρίδι του εν Σταυροδρομίω Ιερού Ναού της Αγίας Τριάδος (1880-1930), Κωνσταντινούπολις.
Aydın Yüksel, İ. (1999), «Azad edilmiş bir köle: Azadlı Sinan (Ένας απελευθερωθής δούλος: o απελεύθερος Σινάν)», Sanat Dünyamız (Ο κόσμος της τέχνης μας),  [özel sayı (ειδικό αφιέρωμα): «Yaratıcı Osmanlılar (Δημιουργικούς Οθωμανούς)»], τ. 73, İstanbul, 143-147.
Βασακόπουλος, Απόστολος (1891), Τοπογραφία της Κωνσταντινουπόλεως, τύποις Α. Κορομηλά, Κωνσταντινούπολις.
Batur, Afife (1982), «Bahriye Nezareti binası (Το κτήριο του Υπουργείου του Ναυτικού)», Prof. H. Kemalî Söylemezoğlu’na (Τιμητικός τόμος στην μνήμη του καθηγητή Χ. Κεμαλί Σοϊλεμέζογλου),  İ.T.Ü./ Mimarlık Fakültesi, Ιστάνμπουλ.
Γιαννακόπουλος, Γεώργιος (1998), «Ο ΕΦΣΚ (1861-1922): Η ελληνική παιδεία και επιστήμη ως εθνική πολιτική στην Οθωμανική αυτοκρατορία», [αδημοσίευτη] Διδακτορική Διατριβή, ΕΚΠΑ, Αθήνα.
Γεδεών, Μανουήλ Ι. (1904-05), Εορτολόγιο Κωνσταντινουπολίτου προσκυνητού, Παράρτημα της Εκκλησιαστικής Αλήθειας, τ. 1ο & 2ο.
Γεδεών, Μανουήλ Ι. (1932), Αποσημειώματα Χρονογράφου 1780-1800-1869-1913, τύποις «Φοίνικος», Αθήναι.
Γεδεών, Μανουήλ Ι.  (1936),  Μνεία των προ εμού 1800-1863-1912, τύποις «Τα Χρονικά», Αθήναι.
Γεννάδιος [Αραμπατζόγλου] (1949), Μητροπολίτης Ηλιουπόλεως, στο Ιστορία του Μεγάλου Ρεύματος (Αρναούτκιογι), τύποις αδελφών Τσιτούρη, Σταμπούλ.
Δόκου-Ψαροπούλου, Ιωάννα (1996), «Η ίδρυση και τα πρώτα πενήντα χρόνια λειτουργίας του Ζαππείου», Το Ζάππειο Παρθεναγωγείο Κωνσταντινουπόλεως, 1875-1995, Αθήνα, 1996, 55-80.
ΕΑ= περιοδικό Εκκλησιαστική Αλήθεια, εκδ. Πατριαρχικόν Ίδρυμα Πατερικών Μελετών, Θεσσαλονίκη (ανατύπωση 1985).
Ersoy, Ahmet (2000), «On the sources of the “Ottoman Renaissance”: Architectural revival and its discourse during the Abdulaziz era (1861-1876)», [αδημοσίευτη Διδακτορική διατριβή], The Department of History of Art and Architecture, Harvard University.
Eyice, Semavi (1994), «Bayezid Külliyesi (Το κιουλιγιέ [κτηριακό συγκρότημα] του Μπαγεζίτ)», Dünden Bugüne Ιstanbul Αnsiklopedisi, τόμ. 2ος, 87-96.
Ζαρίφης, Γεώργιος Λ. (2002), Οι αναμνήσεις μου, ένας κόσμος που έφυγε. Κωνσταντινούπολη 1800-1920,  Τροχαλία, Αθήνα.
Goodwin, Geoffrey (1971), A history of Ottoman architecture, Thames and Hudson, Λονδίνο.
Θεοδοσοπούλου, Μαρία (2004), «Μικροφιλολογικά», εφ. Εποχή (18.4).
Ιορδάνογλου, Αναστάσιος  (1989), Το Εθνικό Ιωακείμειον Παρθεναγωγείον Κωνσταντινουπόλεως, 1882-1988, ΙΜΧΑ, Θεσσαλονίκη.
[Καλαϊτζής, Χρυσόστομος (2004), Μητροπολίτης Μύρων], Ιερά Αρχιεπισκοπή Κωνσταντινουπόλεως. Ορθόδοξοι ενοριακοί ναοί και αγιάσματα της περιφερείας Βλάγκας-Κοντοσκαλίου-Υψωμαθείων. Οδηγός θρησκευτικός και εκκλησιαστικός, εκδ. Ιεράς Μητροπόλεως Μύρων, Αθήνα.
Καποδίστρια, Δέσποινα (2007), «Μανουήλ Ι. Γεδεών, ο τελευταίος γνήσιος Φαναριώτης», περ. Ιστορία Εικονογραφημένη, Πάπυρος Γραφικές Τέχνες Α.Ε., τ. 471,  104-107.
Κεχριώτης, Βαγγέλης (2008), «Ελληνοθωμανισμός», Encyclopedia of Hellenic World, Constantinople, http://ehw.gr/forms/filePage.aspx?lemmaId=11012.
Κλεόβουλος, Μ. (1891), «Λογοδοσία του Σχολικού Έτους 1890-1891, αναγνωσθείσα τη 2 Ιουνίου μετά την νενομισμένην επί ταις εξετάσεσιν ιεράν τελετήν», ΕΑ, τόμ. 15ος, έτ. ΙΑ΄, τ. 16, 127-8.
Κομνηνός Υψηλάντης, Αθανάσιος (1870), Εκκλησιαστικών και πολιτικών των εις δώδεκα Βιβλίον Η΄, Θ΄, και Ι΄ ήτοι Τα μετά την Άλωσιν (1453-1789), τυπογραφείο Ι.Α.Βρετού,  Κωνσταντινούπολις.
Κοπάσης, Α.Ε. (1898-9), «Γενικαί γνώσεις περί χριστιανικής αρχαιολογίας», ΕΑ,  τόμ. 22ος, έτ. ΙΗ΄ (1898) - τόμ. 23ο, έτ. ΙΘ΄ (1899).
Κρικώνης, Χρίστος Θ. (1985), «Τα περιστατικά της έκδοσης», Εκκλησιαστική Αλήθεια, Πατριαρχικό Ίδρυμα Πατερικών Μελετών, Θεσσαλονίκη,  τόμ. 1ος, V-LXIV.
Κουκουλές, Φαίδων (1906), «Περί της διοικήσεως των κοινών Μεγάλου Ρεύματος από του 1750 μέχρι του 1850», περιοδικό σύγγραμμα Ξενοφάνης, Σύλλογος των Μικρασιατών «Ανατολή», τόμ. 3ος, τ. 9ο, 410-420.
Κουκουλές, Φαίδων (1922), «Ο εν Μεγάλω Ρεύματι ναός των Ταξιαρχών», Δελτίο της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος, τόμ. 8ος, Αθήνα, 225-255.
Κούππας, Πελοπίδας Δ. (1889), «Περί του Ναού της Θεοτόκου εν τω Σίγματι», ΕΑ, τόμ. 13ος, έτ. Θ΄(1889), Μέρος Α΄,  τ. 16, 123-6 & Μέρος Β΄, τ. 17, 133-136α.
 [Κωνστάντιος Α΄] (1824), Κωνσταντινιάς, παλαιά τε και νεωτέρα ήτοι περιγραφή Κωνσταντινουπόλεως, συνταχθείσα παρά ανδρός φιλολόγου και φιλαρχαιολόγου,  Βενετία [και φωτοτυπική ανατύπωση Νέα Πορεία, Θεσσαλονίκη 1979 (γ΄ έκδοση)].
Karaca, Zafer (2008), İstanbul’da Tanzimat öncesi Rum Ortodoks Kiliseleri (Οι Ρωμαίικες εκκλησίες στην Κωνσταντινούπολη πριν από την εποχή του Τανζιμάτ), ΥΚΥ, Ιστανμπούλ.
Kayra, Cahit -  Üyepazarcı, Εrol (1992), II. Mahmut’un İstanbul’u: Bostancıbaşı sicilleri, İstanbul Büyükşehir Belediyesi, Ιστανμούλ.
Kuban, Doğan (1954), Türk barok mimarisi hakkında bir deneme (Ένα δοκίμιο σχετικό με την τουρκική μπαρόκ αρχιτεκτονική),  İTÜ/ Mimarlık Fakültesi (Σχολή Αρχιτεκτόνων), Ιστανμπούλ.
Κuban, Doğan (2007), Osmanlı mimarisi (Οθωμανική αρχιτεκτονική), ΥΕΜ yayın, Ιστανμπούλ,
Μ.Ι.Γ[εδεών]., (1935), «Αρχιτέκτονες Έλληνες του ιη΄ και ιθ΄ αιώνος (1760-1860) και [τίτλος  εσωφύλλου:] Καλφάδων Ανάστασις», Εγκυκλοπαιδικόν Ημερολόγιον, έτους 1935, Στ[αύρου]. Ν. Ζερβόπουλου, έτ. Β΄, Κωνσταντινούπολις 1935, 72-78.
Μήλλας, Ακύλας (1984), Η Χάλκη των Πριγκιπονήσων, Έκδοση Συλλόγου Ιστορικής και Λαογραφικής Έρευνας  «Η Μνημοσύνη», Αθήνα.
Μήλλας, Ακύλας (1988), Η Πρίγκηπος,  Έκδοση Συλλόγου Ιστορικής και Λαογραφικής Έρευνας  «Η Μνημοσύνη», Αθήνα.
Μήλλας, Ακύλας (1996),  Σφραγίδες Κωνσταντινουπόλεως. Ενορίες Αγιωτάτης Αρχιεπισκοπής.   Ναοί,   σχολές,   σωματεία,   συντεχνίες,  Συλλόγου Ιστορικής & Λαογραφικής Έρευνας «Η Μνημοσύνη», Αθήνα.
Μητρόπουλος, Θεοδόσιος Γ. (2009), Ο Πανιερός Ναός της Αναστάσεως Ιεροσολύμων. Το έργο του Κάλφα Κομνηνού (1808-1810), Ευρωπαϊκό Κέντρο Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Μνημείων, Θεσσαλονίκη.
Mardin, Şerif (1998), Yeni Osmanlı düşüncesinin doğuşu (Η γένεση της νεο-οθωμανικής σκέψης, και  στα αγγλικά The genesis of Young Ottoman thought, εκδ. Princeton University Press, 1962), İletişim, Ιστανμπούλ.
Παπαδόπουλος-Κεραμεύς, Α. (1900), «Ναοί Κωνσταντινουπόλεως, έτει 1593-ω και 1604-ω», ΕΑ, τόμ. 24ος, έτ. Κ΄, τ. 48,  521.
Παπαθανάση-Μουσιοπούλου, Καλλιόπη (1985), Συντεχνίες & επαγγέλματα στη Θράκη, 1685-1920,   Πιτσιλός, Αθήνα.
Πασαδαίος, Αριστείδης (1995), Ο Πατριαρχικός Οίκος του Οικουμενικού Θρόνου,  Παρουσία,  τομ. Α΄, Αθήνα.
Σταματόπουλος, Κώστας Μ. (1994), «Στοές και τέκτονες στην οθωμανική Κωνσταντινούπολη», εφημ. Επτάλοφος, φυλ. 44,  7 & 15.
Σβολόπουλος, Κωνσταντίνος (1994), Κωνσταντινούπολη 1856-1908. Η ακμή του ελληνισμού, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα.
Ταρίνας, Στρατής Δ. (2007), Ο Ελληνικός Τύπος της Πόλης. Α΄ Μέρος – Εφημερίδες, εκδ. Ηχώ, Ιστανμπούλ.
Τσιλένης, Σάββας (1999), «Έργα και ημέρες ενός κωνσταντινοπολίτη κάλφα του Περικλή Δημητρίου Φωτιάδη», [Πρακτικά  δεύτερης επιστημονικής ημερίδας:]  Η καθημερινή ζωή στην Κωνσταντινούπολη στο τέλος του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα, Συνδέσμος των εν Αθήναις Μεγαλοσχολιτών, Αθήνα, 189-244.
Τσιλένης, Σάββας (2000),  «Οι ρωμιοί “αρχιτέκτονες” καλφάδες της Πόλης, 1869-1945», Σύγχρονα Θέματα, Αθήνα, τ. 74-75, 166-179.
Tuğlacı, Pars (1993), Osmanlı mimarlığında Balyan ailesinin rolü (Ο ρόλος της  οικογένειας  Μπαλγιάν  στην οθωμανική αρχιτεκτονική), Yeni Çığır Kitabevi, Ισταμπούλ.
Φωτιάδης, Ε. (χ.χ.),  λήμμα «Βουτυράς, Σταύρος», Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια (Μ.Ε.Ε.), εκδοτικός οίκος Παύλου Δρανδάκη, τόμ. Ζ΄, 729.
Χαλκούση, Ελένη (1980), Πόλη, αγάπη μου, Κάκτος, Αθήνα.
Χαμουδόπουλος, Μ.Δ. (1880), «Φιλανθρωπικά καταστήματα»,  ΕΑ,  τόμ. 1ος , έτ. Α΄, τ. Στ΄, 86-88.
Χαμουδόπουλος, Μ.Δ. (1880), «Δημοτική εν Κωνσταντινουπόλει εκπαίδευσις», ΕΑ, τόμ. 1ος, έτ. Α΄, τ. 8/125, τ. 9/141, τ. 10/155-6, τ. 13/207-8, τ. 14/225-6 & τ. 16/276.
Χαμουδοπούλου-Κωνσταντινίδου, Βιργινία Δ.  (2008), Σμύρνη, Κωνσταντινούπολη, Αθήνα (1870-1908). Μηνάς Δ. Χαμουδόπουλος (1843-1908) Μέγας Ρήτωρ της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας, Δημοσιογράφος, Ιστορικός, Γεωγράφος, Πολιτικός, φορέας της Ελληνορθοδόξου παραδόσεως, Αρμός Αθήνα.
Χολέβας, Νικός Θ. (1977), «Το έργο του Πάνου-Νικολή Τζελέπη», άνθρωπος+χώρος, 1, 7-16.
Χριστοδούλου, Μελισσηνός (επίσκοπος Παμφυλίας) (1913), Τα Ταταύλα ήτοι ιστορία των Ταταούλων, χ.ε., Κωνσταντινούπολις.
Van Μillingen, Αlexandr (1974), Byzantine churches in Constantinople their history and architecture, London: Variorum Reprints.

 

Σάββατο 13 Οκτωβρίου 2018

Η τάφρος των βυζαντινών τειχών


Η Προβολή Των Ρωμιών Αρχιτεκτόνων στα Ελληνόφωνα έντυπα της Κωνσταντινούπολης (Τέλος 19ου - Αρχές 20ου Αιώνα) V



του Σάββα Ε. Τσιλένη,
Δρ. αρχιτέκτονα-πολεοδόμου ΕΙΕ

 

τον ξεχωρίσει από τον (22) Μπουγιούκ (μεγάλος) Γιάννη κάλφα, λεγόμενου και Μισιρλή (Αιγύπτιου) διότι είχε εργασθεί στις οικοδομές του Μωχάμετ Αλή της Αιγύπτου. O πατέρας του Μ. Ι. Γεδεών, έκτισε το μεγάλο Τελωνείο, που ήταν στην παραλία του Εμίνονου,  την αλληλοδιδακτική σχολή του Μουχλίου και το 1860 το μικρό παλάτι του πρίγκηπα Αχμέτ Κεμαλετίν,[1] τέταρτου γιου του σουλτάνου Αμπντούλ Μετζίτ, στην Τσάμλιτζα της ασιατικής πλευράς. Άρχισε μάλιστα εργασίες με τους Οθωμανούς από τα κτήματα του «καλού καγαθού Ρεούφ πασά, πρωθυπουργού το τρίτον (1840-1846)» (Γεδεών, 1935, 76).[2] Συγχρόνως με τους ανωτέρω ενεφανίσθη στην αγορά και ο (23) Ντελή (τρελός) Δημήτρης, ο οποίος ήταν πατέρας του Πέτρου Μεϊμαρίδη και ανέλαβε πολλές οικοδομές -επικερδέστατες-  του Αιγύπτιου Μουσταφά Φαζίλ πασά.[3]
Για να ολοκληρώσουμε με τα ονόματα που δημοσιεύονται αυτή την περίοδο θα πρέπει να αναφέρουμε τα περισσότερο γνωστά, όπως του Πετράκη κάλφα Αδαμαντίδη (πατέρα του Βίκτορα Αδαμαντίδη), που συνεργάζεται με τον Ιωαννίδη στην ανέγερση του νότιου τμήματος της Θεολογικής Σχολής,[4] του Πέτρου


[1] Ο εκ των διαδόχων του Αμπντούλ Μετζίτ, Αχμέτ Κεμαλεντίν εφένδη (1848-1905) / Ahmed Kemaleddin efendi ήταν το ενδέκατο τέκνο του σουλτάνου, από την τέταρτη συζυγό του και αναφέρεται ως τέκτων στην ελληνοθωμανική στοά με την επωνυμία «Πρόοδος», την οποία ίδρυσε η Μεγάλη Ανατολή της Γαλλίας. Ο σεβάσμιος διδάσκαλος Κλεάνθης Σκαλιέρης κατάφερε να εντάξει σε αυτήν τα εκλεκτότερα στοιχεία από όλα τα μιλέτ της Πόλης και κυρίως τριών αυτοκρατορικών πριγκήπων, του Νουρεντίν, του Κεμαλεντίν και του Μουράτ, ο οποίος θα γινόταν σουλτάνος για τρεις μόνο μήνες το καλοκαίρι του 1876 (Σταματόπουλος, 1994, 7 & 15 και Σβολόπουλος, 1994, 28 & 30).

[2] Ο Μεχμέτ Εμίν Ραούφ πασάς / Mehmed Emin Rauf paşa (1780-1860) υπηρέτησε σε διάφορα κρατικά αξιώματα. Για πρώτη φορά ανέλαβε μέγας βεζίρης, στη θέση του Χουρσίτ Αχμέτ πασά, το 1815 (μέχρι το 1818).  Υπήρξε ο τελευταίος σαντραζάμης την περίοδο της βασιλείας του Μαχμούτ Β΄ διότι ενώ υπηρετούσε για δεύτερη φορά (1833-1839), το Μάρτιο του 1838, μετατρέπεται ο θεσμός του βεζίρη σε επικεφαλής των  ναζίριδων (υπουργών) λαμβάνοντας τον τίτλο του Μπασβεκίλ / Başvekil ή Μπασναζίρ / Başnazır, όπου για πρώτη φορά ξεκινά μια περίοδος συλλογικής διακυβέρνησης του οθωμανικού κράτους. Μέχρι τότε ο σαντραζάμης ήταν ο «απόλυτος αντιπρόσωπος (vekil-i mutlak)»,  του σουλτάνου (Mardin, 1998, 174-5). Ως «πρωθυπουργός» ορίζεται άλλες τρεις φορές από το σουλτάνο Αμπντούλ Μετζίτ (8.6.1840-4.12.1842, 30.8.1842-28.9.1846 και 26.1-5.3.1852) ουσιαστικά διοικώντας τη χώρα περίπου για 10 χρόνια. Ο θάνατος του Μαχμούτ βρήκε το διάδοχό του σε ηλικία 16 ετών. Θεωρείται αντίπαλος του Μουσταφά Ρεσίτ πασά, ο οποίος ήταν ο αρχιτέκτονας του μεταρρυθμιστικού προγράμματος των Τανζιμάτ, εξού αρχικά ο Ρεσίτ επωφελείται και διοικεί πίσω από την πλάτη του ενώ αργότερα τον ανατρέπει δύο φορές, το 1846 και το 1852, για ν’ αναλάβει τη θέση του. Βλ. http://www.tarihogretmeni.net/index.php.
 
[3] Ο Μουσταφά Φαζίλ πασάς, ο επωνομαζόμενος Αιγύπτιος (1829 Κάιρο-1875 ΚΠ) / Mustafa Fazıl Paşa, Mısırlı, ήταν αδελφός του χεδίφη Ισμαήλ πασά. Εργάσθηκε σε διάφορες θέσεις της Υψηλής Πύλης, υπήρξε μέλος της Βουλής των Τανζιμάτ, το 1857, και διετέλεσε ως υπουργός στα Υπουργεία Παιδείας και Οικονομικών, το 1862. Όταν ο σουλτάνος Αμπντούλ Αζίζ υπό την πίεση του αδελφού του μετέτρεψε την κληρονομική διαδοχή του κυβερνήτη της Αιγύπτου και έχασε το δικαίωμα να γίνει χεβίδης δυσαρεστήθηκε και αυτοεξορίστηκε στο Παρίσι. Εκεί ανέπτυξε αντιμοναρχική δράση βοηθώντας οικονομικά τους Νεοοθωμανούς, αλλά κατά το ταξίδι του σουλτάνου στη Γαλλία αιτήθηκε συγγνώμης και κατόπιν της αθώωσής του επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη (1867), λαμβάνοντας διάφορες θέσεις στα υπουργεία Οικονομικών και Δικαιοσύνης. Φημιζόταν για τα πλούτη, τη γενναιοδωρία και την καλλιέργειά του, βλ. το ομώνυμο ανώνυμο λήμμα της Εγκυκλοπαίδειας Μεϋδάν Λαρούς / Meydan Larousse Ansiklopedisi, τόμ. 4ος,  σ. 553. 

[4] ΕΑ, «Θεολογική Σχολή Χάλκης», τόμ. 16ος, έτ. ΙΒ΄(1892), τ. 19, 146. Ο Πέτρος Αδαμαντίδης είχε και κοινωνικό έργο, διορίζεται από το ΔΕΜ Συμβούλιο ως μέλος της εξαμελούς επιτροπής στο Ορτάκιοϊ, τόμ. 13ος, έτ. Θ΄ (1889), τ. 16,  121 και το 1893 παραιτείται από την εφορεία των Εθνικών Φιλανθρωπικών Καταστημάτων (Νοσοκομείο Μπαλουκλί) και στη θέση εξελέγεται ο Κ. Καραθεοδωρή, μηχανικός, βλ. ΕΑ, τόμ. 17ος, έτ. ΙΓ΄ (1893), τ. 26,  201.


Μεϊμαρίδη, που κτίζει το ναό της Ευαγγελιστρίας[1] στους πρόποδες των Ταταούλων, του οποίου το σχέδιο  ανάγεται προ εικοσαετίας από την ημερομηνία των εγκαινίων και «ενεκρίθη δια την κανονικότητα του διαγράμματος και δια τον εν τη προσόψει καταφαινόμενον καθαρεύοντα βυζαντινόν ρυθμόν».  Την ίδια περίοδο σε μια από τις πολυπληθέστερες ενορίες της Πόλης, στο Κοντοσκάλι, ανεγείρονται ταυτόχρονα δύο εκκλησίες που είχαν καεί από τη φωτιά του 1864, η Παναγία Ελπίδα, που λέγεται ότι την κτίζει ο προπάππους μου Βασίλης κάλφας Τσιλένης (Καλαϊτζής, 2004, 28) και ο Περικλής Φωτιάδης, που σχεδιάζει, συν τοις άλλοις, την Αγία Κυριακή, το Ζωγράφειο Γυμνάσιο, τη νέα Θεολογική Σχολή αλλά και πολλά κτήρια των Εθνικών Φιλανθρωπικών Καταστημάτων (Τσιλένης, 1999, 200-19)
Το πρόβλημα της γενικής εκπαίδευσης αλλά και του κλήρου απασχολεί κατά μεγάλο βαθμό το Πατριαρχείο και η προστασία της ελληνοφωνίας είναι από τα πρώτιστα μελήματα  των ιθυνόντων. Το περιοδικό διασώζει αιτιολογική έκθεση κανονισμού[2] της Κεντρικής Εκκλησιαστικής Επιτροπής που «καθορίζει τα καθήκοντα του ενοριακού κλήρου και την ταξιθέτηση των ενοριών, την ελάττωση των ευκτηρίων οίκων  και την θέσπιση της διαίρεσης των ενοριών της Αρχιεπισκοπής Κωνσταντινουπόλεως» και συνεχίζει «η ελάττωσις των ευκτηρίων υπαγορεύθει εκ της σκέψεως ότι σπουδαία χρηματικά ποσά δαπανώνται εις μάτην προς συντήρησιν ευκτηρίων, ων η διαρκής λειτουργία δεν είνε απαραίτητος ως εκ της γειτνιάσεως αυτών προς αλλήλα. Ενορίαι έχουσαι αραίον πληθυσμόν προς εκκλησιασμόν του οποίου αρκεί είς ευαγής οίκος, κέκτηνται δύο και τρεις ναούς, ων η συντήρησις ανέφικτος εστίν.» Το πνεύμα ήταν και η συνένωση των ταμείων μιας ενορίας για την εξοικονόμηση πόρων. Ως παράδειγμα  εφαρμογής εμφανιζόταν η συνοικία Ψωμαθειών,  η οποία είχε, και έχει, πέντε ναούς  και στη συνέχεια προβαίνει στη συγχώνευση των ταμείων τους.
Η σύγκρουση που παρατηρείται στην κατεύθυνση που θα έχουν τα εκπαιδευτικά προγράμματα αντικατοπτρίζεται στον αριθμό των τάξεων αλλά και στη μορφή των κτηρίων. Είναι χαρακτηριστικές οι λογοδοσίες που γίνονται συστηματικά κάθε τέλος του σχολικού έτους από όλους τους διευθυντές των γυμνασίων κατόπιν τελετής και δημοσιεύονται  συστηματικά στο περιοδικό. Από αυτά τα κείμενα προκύπτουν και οι αυξομειώσεις του αριθμού των μαθητών, της Μεγάλης του Γένους Σχολής συστηματικότερα, καθώς και ο τόπος καταγωγής τους. Με ανώνυμα δημοσιεύματα στιγματίζεται η φοίτηση των μαθητών σε ξένα σχολεία και προτρέπεται η αλλαγή των εκπαιδευτικών προγραμμάτων σε πρακτικότερη βάση και με έμφαση στα γαλλικά που είναι η γλώσσα του εμπορίου και της επιστήμης. Ο αρχιμανδρίτης Μιχαήλ  Κλεόβουλος για να υπερασπισθεί τη Σχολή λέει, ότι λόγω οικονομικής καχεξίας δε διδάσκεται πολλές ώρες η ξένη  γλώσσα και παρέχεται καθολική εκπαίδευση για να βοηθήσει τους μαθητές να σπουδάσουν οποιαδήποτε επιστήμη, κάνοντας μνεία στη γερμανική εκπαιδευτική πολιτική. Θεωρεί  αναγκαία την ίδρυση ειδικών λυκείων και εύχεται η «Μήτηρ Εκκλησία» να παρέχει σύντομα  το μέσο της πρακτικής παιδείας. Αυτά γράφονται το 1891 (Κλεόβουλος, 1891, 127-8), τη στιγμή που ήδη ανεγείρεται το Ζωγράφειο  και στο Ζάππειο  προετοιμάζονται με επιπρόσθετη διδασκαλία δασκάλες και νηπιαγωγοί για όλα τα σχολεία της Αυτοκρατορίας. Το πρώτο, βάσει της δωρεάς του ευεργέτου, θα έπρεπε να


[1] ΕΑ, Ενορίτης, «Ναός της Ευαγγελιστρίας εν Ταταούλοις», τόμ. 15ος, έτ. ΙΑ΄ (1891), τ. 40, 314-7, ο θεμέλιος λίθος μπήκε το 1872 και ολοκληρώθηκε μετά από 20 έτη.

[2] ΕΑ,  «Ειδήσεις», τόμ. 1ος, έτ. Α΄ (1880), τ. ιβ΄,  194-6.



λειτουργήσει σε πρακτικότερη βάση από τα μέχρι τότε κλασικά Γυμνάσια, συμμορφούμενο με τις εκάστοτε ανάγκες του «ημετέρου Έθνους»[1].
Η παιδαγωγική αρθρογραφία περιστρέφεται γύρω από τον ηθικό σκοπό της εκπαίδευσης και την ανάγκη διαφύλαξης της θρησκευτικότητας. Η αναβίωση του Βυζαντίου  ήταν το ζητούμενο για το πνεύμα του οικουμενισμού της εποχής. Ο Ιωακείμ Γ΄ έπαιξε καθοριστικό ρόλο στα ζητήματα της ορθοδοξίας με την προάσπιση των προνομίων,  της εκκλησιαστικής παράδοσης αλλά και της καταδίκης του «φυλετισμού».
Στα πλαίσια αυτά προβάλλεται από το περιοδικό η χριστιανική αρχαιολογία και η βυζαντινή αρχιτεκτονική μέσα από μία σειρά δέκα τεσσάρων άρθρων του Α. Ε. Κοπάση (1898-9) και της εργασίας του Περικλή Κούπα[2] για το «ναό της Θεοτόκου εν τω Σίγματι»[3]. Κατά τον ιστορικό της βυζαντινής αρχιτεκτονικής Αλέξαντρ Μίλλινγκεν, o ομογενής αρχιτέκτονας ανακάλυψε ότι το Καχριγίε τζαμί ήταν η  εξαφανισμένη μέχρι το 1860 Μονή της Χώρας[4].

Μεταξύ των προνομίων ήταν και η δικαστική εξουσία των αστικών υποθέσεων της ομογένειας, που αποφάσιζε για τα διαζύγια, τις διαθήκες και κληρονομίες. Μέσα σ’ αυτό το πνεύμα κτίζονται και ανακαινίζονται τα παλαιά κτήρια του Πατριαρχείου, μεταξύ αυτών το κτήριο για τις συνεδριάσεις του Διαρκούς Εθνικού Μεικτού  Συμβουλίου συνεχόμενο προς τον πύργο του Θησαυροφυλακίου. Κατά τη δεύτερη του πατριαρχία  του ανεγείρονται η Πατριαρχική αίθουσα,  καθώς και η του Πνευματικού Δικαστηρίου, το Μέγα Συνοδικό και το Μικρό Συνοδικό,  στο δεύτερο όροφο του πατριαρχικού οίκου και ο οίκος αποκτά εσωτερικά μεγαλοπρεπή είσοδο. Αρχιτέκτονας όλων αυτών των έργων ήταν ο Σ. Χρηστίδης (Πασαδαίος, 1995, 138).[5]


[1] «Ιδρυτική πράξη της δημιουργίας της Σχολής, όπως εμφανίζεται στον Κώδικα του Ζωγραφείου», του πατριάρχου Νεοφύτου και των μελών της Ιεράς Συνόδου, της 15.5.1892 με αρ. πρωτ. 2272, Επτάλοφος- Ενθετο, 1993, 9 & 12.

[2] Στο ειδησάριο αυτό καταγράφεται για πρώτη φορά το όνομα αυτού του αρχιτέκτονα [ΕΑ,  τόμ. 12ος, έτ. Η΄(1888), τ. 39, 310], ο οποίος βρίσκεται καταγεγραμμένος στο Αnnuaire Οriental, το έτος 1889 και ήταν μέλος του ΕΦΣΚ κατά τα έτη 1887-1889. Tο επόμενο έτος στις αρχαιρεσίες του ΕΦΣΚ εκλέγεται επιμελητής της αρχαιολογικής συλλoγής [ΕΑ, τόμ. 13ος, έτ. Θ΄(1889), τ. 27, 210].  Πολύ γρήγορα, στις 20.6.1890, διαβάζουμε το αγγελτήριο θανάτου του. Εκεί μαθαίνουμε ότι η οικογένεια του κατάγονταν από την Κεφαλονία, αλλά αυτός είχε γεννηθεί στην Πόλη και σπούδασε στην Εμπορική Σχολή της Χάλκης από την οποία απεφοίτησε το 1860 (δηλ. γεννήθηκε το 1842 περίπου) και μετέβη στο Παρίσι για σπουδές αρχιτεκτονικής. «Έτρεφε φίλτρο (αγάπης) προς τις αρχαιότητες και από τίνος ησχολείτο στην ιστορία της βυζαντινής τέχνης» [EA, τόμ. 14ος, έτ. Ι΄(1890), τ. 25, 195].

[3] Πρόκειται για την μοναδική φορά στους τόμους του περιοδικού ΕΑ, όπου υπάρχει δημοσίευση σχεδίου κάτοψης και όψης ενός πεσσού με ένα κιονόκρανο με την εξής λεζάντα: «Λείψανα του Ναού της Θεοτόκου του Σίγματος» (Κούππας, 1889, 136α).

[4] “The mosque disappeared from general view until 1860, when it was discovered by a Greek architect, the late Pelopidas D. Kouppas. Mr. Carlton Cumberbach, then the British Consul of Constantinople, was informed of the fact and spread the news of the fortunate found” (Van Μillingen, 1974, 304).

[5] Το όνομα Σταύρος Χρηστίδης είναι καταγεγραμμένο στον οδηγό Annouaire Oriental μεταξύ των ετών 1904-1921 και εμφανίζεται ως μέλος του ΕΦΣΚ το έτος 1903. Το έργο του Σ. Χρηστίδη αναφέρεται και στον τύπο της εποχής, συγκεκριμένα στην εφ. Ταχυδρόμος, της 30.10/12.11.1901 όπου δημοσιεύεται ένα άρθρο «περί των επισκευών των Πατριαρχείων», που το αναδημοσιεύει η ΕΑ, τόμ. 25ος, έτ. ΚΑ΄, τ. 44(2.11.1901), σ. 437-439 και γράφει, «Ταυτά εγένοντο μέχρι τούδε μετά οικονομίας περί την δαπάνην όλως εκτάκτως, οφειλομένης εις την ζηλωτήν επιμέλειαν και φροντίδα του αρχιτέκτονος των Πατριαρχείων κ. Χρηστίδου, όστις μέρος μόνον διαθέσας εκ του συναχθέντος εράνου των χιλίων εκατόν πεντήκοντα μέχρι τούδε λιρών, ηδυνήθη και τα ειρημένα έργα να εκτελέση και το εσωτερικόν του πατριαρχικού ναού ν’ ανακαινήση, επισκευάσας τας βαφάς κλπ.»