Τρίτη 31 Μαΐου 2011

Καφενείο κατά τον Θεόφιλο Γκωτιέ

Για να ολοκληρώσω αυτή τη μονογραφία του κωνσταντινουπολίτικου καφενείου, ας αναφέρω
ένα άλλο που βρίσκεται κοντά στη σκάλα του Γενί Τζαμί, και στο οποίο συχνάζουν σχεδόν μόνο
ναύτες. Ο φωτισμός του είναι αρκετά πρωτότυπος: αποτελείται από γυάλες γεμισμένες με λάδι
όπου καίει ένα φιτίλι, κρεμασμένες στην οροφή από ένα σύρμα στριμμένο σπειροειδώς, σαν
εκείνα που βάζουν στα ξύλινα κανόνια των παιδιών και χρησιμεύουν για σούστα. Ο καφετζής
(αφεντικό του καφενείου) αγγίζει πότε πότε τις γυάλες που, χάρη στο ελατήριό τους,
ανεβοκατεβαίνουν, εκτελώντας ένα είδος πυροτεχνικής χορογραφίας, προς μεγάλη
ικανοποίηση της ομήγυρης, που είναι ντυμένη έτσι ώστε να μη φοβάται τους λεκέδες. Ένας
πολυέλαιος με ορειχάλκινο σκελετό, σε σχήμα πλοίου στολισμένου με φωτάκια που
διαγράφουν τις γραμμές του, συμπληρώνει την ασυνήθιστη αυτή φωταψία και κάνει ένα λεπτό
υπαινιγμό, ευκόλως κατανοητό από την πελατεία του καφενείου.



Βλέποντας ένα Φράγκο να μπαίνει, ο καφετζής έδωσε, προς τιμήν του, μια μανιασμένη
σπρωξιά στο φωτιστικό του∙ οι γυάλες βάλθηκαν να χορεύουν σαν σπινθήρες, και το ναυτικό
πολύφωτο κλυδωνίστηκε και κύλησε σαν καραβέλα μέσα σε τρικυμία σκορπίζοντας στάλες
ταγγισμένου λαδιού.
Θα χρειαζόταν, για ν' αποδώσει κανείς πιστά τη φυσιογνωμία των θαμώνων τούτης της
τρώγλης, το μολύβι του Ραφέ
22
ή το πινέλο του Ντεκάμ∙ χωρίς υπερβολή. Ήταν εκεί κάτι
παλικαράδες με τραχιά μουστάκια, με μύτη σημαδεμένη με τις πιο έντονες αποχρώσεις, με
επιδερμίδα στο χρώμα του πούρου της Αβάνας και του κεραμιδιού, με μεγάλα ανατολίτικα
μαύρα και άσπρα μάτια, με ξυρισμένους και γαλαζωπούς κροτάφους, με αρειμάνιο ύφος και
με ασυνήθιστη προφορά ‐ από τα πρόσωπα εκείνα που δεν ξεχνάς όταν τα δεις μια φορά, και
που μπροστά τους ακόμα και οι πιο σκληροί νταήδες μοιάζουν με παλικάρια της φακής.
Μέσα από το αβέβαιο φέγγος των καντηλιών που τρεμόσβηναν και τις τολύπες του καπνού,
διαγράφονταν με αδρές γραμμές, με απρόσμενες φωτοσκιάσεις∙ και δυνατές σκιές σε όλες τις
αποχρώσεις της ώχρας, της σιένας και του κατραμιού αναδείκνυαν δυναμικά το ρεμπραντικό
φως των περιγραμμάτων τους. Αντί για τον ήρεμο τοίχο ενός καφενείου, τους φανταζόταν
κανείς άθελά του με φόντο τα κατσάβραχα ενός φαραγγιού ή τις μαύρες κοιλότητες μιας
σπηλιάς ληστών, και ας ήταν, στο κάτω κάτω, οι πιο έντιμοι άνθρωποι στον κόσμο∙ γιατί οι
κυρτές μύτες, τα ηλιοφαγωμένα πρόσωπα, τα δασιά φρύδια και τα τραχιά χαρακτηριστικά δεν
κάνουν κάποιον φαύλο, και τούτα τα πλάσματα με το άγριο παρουσιαστικό μύριζαν τον καφέ
τους και παραδίδονταν στη χαυνωτική τέρψη του καπνίσματος με γαλήνη εκπληκτική για
θνητούς τόσο χαρακτηριστικούς και τόσο άξιους ν' αποτελέσουν πρότυπο των ληστών του
Σαλβατόρε Ρόζα ή του Αντριέν Γκινιέ.



Φορούσαν παλιά σακάκια κατάσαρκα στο στέρνο τους, φαρδιές περισκελίδες από καραβόπανο
αλύγιστες από την πίσσα και το κατράμι, κόκκινα ζωνάρια που ανέβαιναν ως τις μασχάλες,
ξεβαμμένα φέσια, κουρέλια τυλιγμένα γύρω από το κεφάλι, στραβοπατημένα παλιοπάπουτσα,
κάπες με χοντροκομμένα σιρίτια, κοκαλωμένες από την αλμύρα, φαγωμένες από τον ήλιο,
θαυμάσια ράκη, γραφικά και όχι ελεεινά, αποφόρια σαν των λαζαριστών και όχι των φτωχών,
που μέσα από τις τρύπες τους διαφαίνονταν ατσάλινοι μύες και μπρούντζινες επιδερμίδες.
Σχεδόν όλοι αυτοί οι ναυτικοί είχαν στα μπράτσα τους κόκκινα και γαλάζια τατουάζ. Ακόμα κι
ένας άξεστος αισθάνεται ενστικτωδώς ότι το στολίδι χαράζει μια απαραβίαστη διαχωριστική
γραμμή ανάμεσα σ' εκείνον και το ζώο∙ και, όταν δεν μπορεί να κεντήσει τα ρούχα του, κεντάει
το δέρμα του. Τη συνήθεια αυτή τη συναντά κανείς παντού: το σχέδιο δεν το πρωτοανακάλυψε
η κόρη ενός κεραμοποιού από τη Σικυώνα, που χάραξε πάνω σ' έναν τοίχο τη σκιά του
αγαπημένου της, αλλά ο άγριος που κέντησε ένα αραβούργημα πάνω στο πυρόξανθο δέρμα
του μ' ένα ψαροκόκαλο.
Είδα πάνω στα μπράτσα αυτά με τις πεταχτές φλέβες και τους αθλητικούς δικέφαλους, πρώτα
πρώτα το mach'allah, φυλαχτό που προστατεύει από το κακό μάτι που τόσο τρέμουν στην
Ανατολή, ύστερα φλογερές καρδιές που τις διαπερνούσε ένα βέλος, πανομοιότυπες μ' εκείνες
πάνω στα μπράτσα ενός Γάλλου τυμπανιστή ή στο γράμμα μιας ερωτευμένης μαγείρισσας,
σούρες του Κορανίου, ευλαβικές αναμνήσεις από το προσκύνημα στη Μέκκα, να
περιπτύσσονται με λουλούδια και κλαδιά, άγκυρες χιαστί, ατμόπλοια με τους τροχούς τους και
το σπειροειδή καπνό τους.
Παρατήρησα ιδιαιτέρως ένα δυνατό νεαρό, με κουρέλια λίγο πιο κομψά από των υπόλοιπων,
που στα ξεμπράτσωτα χέρια του φαινόταν, μέσα σ' ένα πλαίσιο από αραβουργήματα, από τη
δεξιά πλευρά ένας νεαρός Τούρκος, με στολή της μεταρρύθμισης, γαλάζια ρεντιγκότα και κόκκινο φέσι, να κρατάει μια γλάστρα με βασιλικό, και από την αριστερή πλευρά μια μικρόσωμη χορεύτρια με κοντή φουστίτσα, με στηθόδεσμο μιας περί, που έμοιαζε να
σταματάει στη μέση μιας χορευτικής φιγούρας για να δεχτεί την αβρή προσφορά του
γαλαντόμου. Αυτό το αριστουργηματικό τατουάζ υπαινισσόταν, σίγουρα, κάποια καλότυχη ιστορία, την ανάμνηση της οποίας ο συνετός ναυτικός είχε γράψει στο δέρμα του μην τυχόν και
έσβηνε από την καρδιά του.
Δυο τρομεροί αλλά πολύ ευγενικοί τύποι μού έκαναν χαριτωμένα χώρο στο ψάθινο ντιβάνι∙ και
ο καφές που ήπια εκεί ήταν σίγουρα καλύτερος από το μαύρο αφέψημα ακόμα και του πιο διάσημου καφενείου του Παρισιού. Η απουσία της μέθης κάνει ευχάριστες στη συναναστροφή
ακόμα και τις πιο χαμηλές τάξεις της Κωνσταντινούπολης, και οι Ανατολίτες έχουν μια φυσική
αξιοπρέπεια άγνωστη σ' εμάς. Φανταστείτε έναν Τούρκο να πηγαίνει νυχτιάτικα στο μαγαζί του
Πωλ Νικέ! Θα γινόταν η αφορμή για άπειρα χλευαστικά γιουχαΐσματα και για άλλες τόσες
χυδαίες εξυπνάδες! Η θέση μου ήταν ανάλογη σ' αυτή τη ντουμανιασμένη τρώγλη, και όμως
κανείς δε φάνηκε να με προσέχει και δεν επέτρεψε στον εαυτό του την παραμικρή απρέπεια.
Είναι αλήθεια ότι το μοναδικό ποτό προς πώλησιν ήταν το νερό που περιέφεραν γύρω από την
αίθουσα Ελληνόπουλα τα οποία επαναλάμβαναν με μια μονότονη και τσιριχτή φωνή,
«crionero, crionero», και ότι στο μαγαζί του Πωλ Νικέ μπεκρουλιάζουν με μισόκιλα και
καραφάκια επειδή είναι υπέρμετρα πολιτισμένοι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου